Αυτοί οι πεντέξη άνθρωποι που προσπαθούσα να τους πω
Τι διάολο προσπαθούσα, αφού τό' ξερα
ότι κάποτε θα τους σιχαθώ
Αφού τους σιχαινόμουνα
και φόραγαν όλοι τους κάποιο μονόλιθο
για μυαλό
Ή μήπως τελικά ήταν μόνο κανά δυο;
Κι άραγε γιατί μου απευθύνονταν σα νά' μαι πρόβλημα
αφού ό,τι σκεφτόμουν ήταν προβληματικό;
Για να με συμμορφώσουν;
23.2.09
Παρέμβαση
Πρέπει να σταματήσει κάποτε
αυτό το πρώτο ενικό
κι αυτό το δεύτερο ενικό
να σταματήσουν οι αναφορές
τα παραδείγματα
πρέπει τα λόγια να' ναι ασύγκριτα
και να μην έχουν παρελθόν
να μην υπάρχουν πρόσωπα
κανείς μας και κανένα μας όραμα
πρέπει να σπάσει αυτό το απόστημα
είναι καιρός να' ναι μαρτύριο τα προνόμια.
αυτό το πρώτο ενικό
κι αυτό το δεύτερο ενικό
να σταματήσουν οι αναφορές
τα παραδείγματα
πρέπει τα λόγια να' ναι ασύγκριτα
και να μην έχουν παρελθόν
να μην υπάρχουν πρόσωπα
κανείς μας και κανένα μας όραμα
πρέπει να σπάσει αυτό το απόστημα
είναι καιρός να' ναι μαρτύριο τα προνόμια.
7.1.09
Ο λυκειάρχης Χαίρας
Όταν ήμουν μαθητής λυκείου στον Πύργο, ο λυκειάρχης του σχολείου στο οποίο δυστυχώς εμαθήτευσα ήταν ένα άθλιο υποκείμενο, καθηγητής θρησκευτικών, ονόματι Μιλτιάδης Χαίρας. Ο Χαίρας ήταν ακροδεξιός με άποψη σκληρή και σχεδόν ποτέ εν κρυπτώ, όπως άλλα αντίστοιχα γουρούνια που ίσως κάποιοι από εμάς να έχουν κατά καιρούς συναντήσει.
Δε συνήθιζε δηλαδή να μεθοδεύει καταστάσεις για να επιτύχει το στόχο του, προβάλλοντας κάποιο δήθεν δημοκρατικό προσωπείο ή κάτι αντίστοιχο, μια πρακτική που, από όσα έχω καταλάβει μέχρι τώρα, αποτελεί ένα είδος μόνιμης «στρατηγικής» και κώδικα μεταξύ των ακροδεξιών, και νομίζω πως μάλλον την απολαμβάνουν αυτή την έλλειψη μπέσας όταν ο σκοπός επιτυγχάνεται. Αντ’ αυτού, ο λόγος του ήταν πάντοτε σαφής στα πλαίσια της ακροδεξιάς ρητορείας, ενώ τηρούσε ευλαβικά όλους τους σχετικούς συμβολισμούς που του επέτρεπε η θέση του: Στις απεργίες των καθηγητών και τις μαθητικές καταλήψεις ήταν καθημερινά έξω από το σχολείο στις 8 το πρωί, όπου στεκόταν περίπου για κανένα μισάωρο μέχρι να σιγουρευτεί ότι είχε γίνει αντιληπτός. Ειδικά σε περιπτώσεις απεργιών, νομίζω ότι δούλευε κανονικά στο γραφείο του. Έδινε ιδιαίτερη βάση στην καθημερινή πρωινή προσευχή και το τραγούδισμα του εθνικού ύμνου κατά την τελετουργία έπαρσης – υποστολής της σημαίας κάθε Δευτέρα πρωί και Παρασκευή μεσημέρι αντίστοιχα, επιπλήττοντας ή και αποβάλλοντας από το σχολείο όποιον εκείνος αντιλαμβανόταν ότι δε συμμετείχε.
Ο Χαίρας παραμένει μέχρι σήμερα, κάτι λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια μετά, το πιο γλοιώδες άτομο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Είχε φαλάκρα και τα λιγοστά λαδωμένα μαλλιά του ήταν πάντα κολλημένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Θα πρέπει τότε να ήταν εξηνταπεντάρης, αλλά είχε όψη γέρου. Τα μάτια του ήταν έντονα γαλανά και το βλέμμα του κρύο και διαπεραστικό. Το πιο γελοίο όμως ήταν η φωνή του, ένα περίεργο κράμα λεπτής, διαπεραστικής χροιάς και βραχνάδας ταυτόχρονα, καθώς επίσης και το χαρακτηριστικό γλύψιμο του πάνω χείλους του στο τέλος κάθε δεύτερης ή τρίτης πρότασης.
Τον θυμάμαι πάντα με τα ίδια χιλιοφορεμένα ρούχα, μάλλον στο πλαίσιο της απλότητας και της αυταπάρνησης του καλού χριστιανού, που όμως στα μάτια μου τον έκαναν απλά να μοιάζει βρωμιάρης για έναν λόγο παραπάνω: ένα φτηνιάρικο τζάκετ μπουφάν στο χρώμα της διάρροιας, ξεθωριασμένο μπεζ πουλόβερ που άφηνε να φαίνεται ο γιακάς (sic) από το κιτρινισμένο πουκάμισο που κάποτε ίσως να είχε υπάρξει λευκό. Μάλλινο ή υφασμάτινο καφέ παντελόνι που ίσα – ίσα κάλυπτε τους αστραγάλους του, αφήνοντας έτσι εμφανείς τις άσπρες κάλτσες που προστάτευαν τα πέλματά του από ένα ζευγάρι λιωμένα μαύρα παπούτσια από ψεύτικο δέρμα.
Περπατούσε με γοργό και σίγουρο βηματισμό, με μια ελαφριά καμπούρα ή ίσως λίγο σηκωμένους τους ώμους του, σίγουρα πάντως όχι ευθυτενής. Ήταν λεπτός και είχε κανονικό ανάστημα, παρ’ όλα αυτά η παρουσία του εξέπεμπε με κάποιον παράξενο τρόπο ένα στοιχείο απειλής. Ήταν πάντα κόντρα ξυρισμένος και τα μάγουλά του γυάλιζαν από την κολώνια. Το σχήμα του κρανίου του έτεινε να είναι έως και απόλυτα στρογγυλό, με αποτέλεσμα να ξεχωρίζει το τετράγωνο σαγόνι του που ξεπρόβαλλε στο κάτω μέρος. Το στόμα του δεν είχε χείλη, σχηματιζόταν μόνο από γραμμές. Τα δόντια του φυσικά ήταν κίτρινα.
Ο Χαίρας, ως διευθυντής που ήταν, δε δίδασκε. Κάθε χρονιά όμως αναλάμβανε το μάθημα των θρησκευτικών της τρίτης λυκείου, μια φορά την εβδομάδα για μια διδακτική ώρα. Ξεκαθάριζε γενναιόδωρα από την αρχή ότι κανείς δε θα μείνει στην ίδια τάξη και όλοι θα έχουν μεγάλους βαθμούς. Έμπαινε στην τάξη πέντε ή έξι φορές συνολικά, όχι παραπάνω, και κάθε φορά έκανε ένα είδος κηρύγματος, κάτι σαν παραβολή, που αργότερα έμαθα ότι κάθε χρόνο ήταν το ίδιο.
Έτσι λοιπόν, στο πρώτο μάθημα μίλαγε για την ερωτική πράξη, υπερτονίζοντας ότι έχει γαμήσει τη γυναίκα του δύο φορές κατά τη διάρκεια του γάμου τους, τόσες όσες χρειάστηκαν για να συλληφθούν και να γεννηθούν οι δύο γιατρίνες κόρες του. Στο δεύτερο μάθημα μίλαγε για την απλότητα και την αυταπάρνηση του καλού χριστιανού στις οποίες προαναφέρθηκα, για την παγίδα του υλισμού, και χρησιμοποιούσε σαν παράδειγμα τα λιωμένα παπούτσια του, τα οποία έβγαζε και ακουμπούσε στο μπροστινό θρανίο για να μας δείξει τί εννοεί.
Στο τρίτο μάθημα, μας μιλούσε για τις ψυχικές διαταραχές, και τις εγγενείς (όπως υποστήριζε) ανωμαλίες και εγκληματικές τάσεις που κάποιοι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους, διηγούμενος την ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, "ενός εγκληματία ληστή που κάποιο βράδυ σκότωσε αναίτια δύο ανθρώπους και καταδικάστηκε σε θάνατο"...
Δε συνήθιζε δηλαδή να μεθοδεύει καταστάσεις για να επιτύχει το στόχο του, προβάλλοντας κάποιο δήθεν δημοκρατικό προσωπείο ή κάτι αντίστοιχο, μια πρακτική που, από όσα έχω καταλάβει μέχρι τώρα, αποτελεί ένα είδος μόνιμης «στρατηγικής» και κώδικα μεταξύ των ακροδεξιών, και νομίζω πως μάλλον την απολαμβάνουν αυτή την έλλειψη μπέσας όταν ο σκοπός επιτυγχάνεται. Αντ’ αυτού, ο λόγος του ήταν πάντοτε σαφής στα πλαίσια της ακροδεξιάς ρητορείας, ενώ τηρούσε ευλαβικά όλους τους σχετικούς συμβολισμούς που του επέτρεπε η θέση του: Στις απεργίες των καθηγητών και τις μαθητικές καταλήψεις ήταν καθημερινά έξω από το σχολείο στις 8 το πρωί, όπου στεκόταν περίπου για κανένα μισάωρο μέχρι να σιγουρευτεί ότι είχε γίνει αντιληπτός. Ειδικά σε περιπτώσεις απεργιών, νομίζω ότι δούλευε κανονικά στο γραφείο του. Έδινε ιδιαίτερη βάση στην καθημερινή πρωινή προσευχή και το τραγούδισμα του εθνικού ύμνου κατά την τελετουργία έπαρσης – υποστολής της σημαίας κάθε Δευτέρα πρωί και Παρασκευή μεσημέρι αντίστοιχα, επιπλήττοντας ή και αποβάλλοντας από το σχολείο όποιον εκείνος αντιλαμβανόταν ότι δε συμμετείχε.
Ο Χαίρας παραμένει μέχρι σήμερα, κάτι λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια μετά, το πιο γλοιώδες άτομο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Είχε φαλάκρα και τα λιγοστά λαδωμένα μαλλιά του ήταν πάντα κολλημένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Θα πρέπει τότε να ήταν εξηνταπεντάρης, αλλά είχε όψη γέρου. Τα μάτια του ήταν έντονα γαλανά και το βλέμμα του κρύο και διαπεραστικό. Το πιο γελοίο όμως ήταν η φωνή του, ένα περίεργο κράμα λεπτής, διαπεραστικής χροιάς και βραχνάδας ταυτόχρονα, καθώς επίσης και το χαρακτηριστικό γλύψιμο του πάνω χείλους του στο τέλος κάθε δεύτερης ή τρίτης πρότασης.
Τον θυμάμαι πάντα με τα ίδια χιλιοφορεμένα ρούχα, μάλλον στο πλαίσιο της απλότητας και της αυταπάρνησης του καλού χριστιανού, που όμως στα μάτια μου τον έκαναν απλά να μοιάζει βρωμιάρης για έναν λόγο παραπάνω: ένα φτηνιάρικο τζάκετ μπουφάν στο χρώμα της διάρροιας, ξεθωριασμένο μπεζ πουλόβερ που άφηνε να φαίνεται ο γιακάς (sic) από το κιτρινισμένο πουκάμισο που κάποτε ίσως να είχε υπάρξει λευκό. Μάλλινο ή υφασμάτινο καφέ παντελόνι που ίσα – ίσα κάλυπτε τους αστραγάλους του, αφήνοντας έτσι εμφανείς τις άσπρες κάλτσες που προστάτευαν τα πέλματά του από ένα ζευγάρι λιωμένα μαύρα παπούτσια από ψεύτικο δέρμα.
Περπατούσε με γοργό και σίγουρο βηματισμό, με μια ελαφριά καμπούρα ή ίσως λίγο σηκωμένους τους ώμους του, σίγουρα πάντως όχι ευθυτενής. Ήταν λεπτός και είχε κανονικό ανάστημα, παρ’ όλα αυτά η παρουσία του εξέπεμπε με κάποιον παράξενο τρόπο ένα στοιχείο απειλής. Ήταν πάντα κόντρα ξυρισμένος και τα μάγουλά του γυάλιζαν από την κολώνια. Το σχήμα του κρανίου του έτεινε να είναι έως και απόλυτα στρογγυλό, με αποτέλεσμα να ξεχωρίζει το τετράγωνο σαγόνι του που ξεπρόβαλλε στο κάτω μέρος. Το στόμα του δεν είχε χείλη, σχηματιζόταν μόνο από γραμμές. Τα δόντια του φυσικά ήταν κίτρινα.
Ο Χαίρας, ως διευθυντής που ήταν, δε δίδασκε. Κάθε χρονιά όμως αναλάμβανε το μάθημα των θρησκευτικών της τρίτης λυκείου, μια φορά την εβδομάδα για μια διδακτική ώρα. Ξεκαθάριζε γενναιόδωρα από την αρχή ότι κανείς δε θα μείνει στην ίδια τάξη και όλοι θα έχουν μεγάλους βαθμούς. Έμπαινε στην τάξη πέντε ή έξι φορές συνολικά, όχι παραπάνω, και κάθε φορά έκανε ένα είδος κηρύγματος, κάτι σαν παραβολή, που αργότερα έμαθα ότι κάθε χρόνο ήταν το ίδιο.
Έτσι λοιπόν, στο πρώτο μάθημα μίλαγε για την ερωτική πράξη, υπερτονίζοντας ότι έχει γαμήσει τη γυναίκα του δύο φορές κατά τη διάρκεια του γάμου τους, τόσες όσες χρειάστηκαν για να συλληφθούν και να γεννηθούν οι δύο γιατρίνες κόρες του. Στο δεύτερο μάθημα μίλαγε για την απλότητα και την αυταπάρνηση του καλού χριστιανού στις οποίες προαναφέρθηκα, για την παγίδα του υλισμού, και χρησιμοποιούσε σαν παράδειγμα τα λιωμένα παπούτσια του, τα οποία έβγαζε και ακουμπούσε στο μπροστινό θρανίο για να μας δείξει τί εννοεί.
Στο τρίτο μάθημα, μας μιλούσε για τις ψυχικές διαταραχές, και τις εγγενείς (όπως υποστήριζε) ανωμαλίες και εγκληματικές τάσεις που κάποιοι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους, διηγούμενος την ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, "ενός εγκληματία ληστή που κάποιο βράδυ σκότωσε αναίτια δύο ανθρώπους και καταδικάστηκε σε θάνατο"...
συνεχίζεται (ελπίζω...)
21.12.08
Η Δημοκρατία είναι τυχερή....
Ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Το '21 και η Αλήθεια" του Γιάννη Σκαρίμπα, γραμμένο το 1971, μας φέρνει σε μια ωμή, σοκαριστική, αλλά και τόσο αυτονόητη τελικά επαφή με δύο διαχρονικά αντανακλαστικά της αστικής Δημοκρατίας:
«...Ώστε, χωρίς τον εξολοθρεμό των κοτζαμπάσηδων και τον "αποσχηματισμό" των Δεσποτάδων, χωρίς την απαλλοτρίωση της γης και το καλογεροκυνηγητό όξω απ' τα όρια, χωρίς ολοκληρωμένη τη Ζαράκοβα και τον καταστρεμό των τσιφλικάδων, η εθνική ανεξαρτησία ήταν ο Μανωλιός της παροιμίας με τα ρούχα του; ήταν το "τί Γιάννης, τι Γιαννάκης"; Έτσι είναι.(1)
Και ώστε, μια, μ ό ν ο ν Εθνική επανάσταση, χωρίς την Κοινωνική καταξίωσή της, είναι μια "φαινομενοφάνεια" που μόνον αναγκαζόμενο το "κατεστημένο" την επιτρέπει; Έτσι είναι. Ξεφυλλίσατε την Ιστορία μέχρι τα σήμερα και πέστε μου κάνα που να μην είναι - αυτό - έτσι. Εκατοντάδες εθνικές επαναστάσεις, πέτυχαν ή απότυχαν, αλλά καμιά εθνικοκοινωνική δεν επιχειρήθηκε. Οι μόνο κοινωνικές, όπου των χρόνων και των καιρών, όπου της γης και του πελάου, καταπνίγηκαν μέσα στο αίμα τους, ανελέητα... Μα, θα μου πείτε: η Γ α λ λ ι κ ή, δεν ήταν αυτή κοινωνική; Και θα σας πω: Μα, πνίχτηκε... Η 4η τάξη, ο λαός, (οι και, "αβράκωτοι" ειπωθέντες) χτυπήθηκε άγρια και "γουλίστηκε" από την αστική τάξη σαν χταπόδι. Μόλις πρόλαβε κι έβαλε φωτιά σε καμιά εκατοστή Πύργους αφεντάδων του κι έσφαξε μερικές χιλιάδες ευγενήδες. Από Επισκόπους; πολύ λιγότερους. Στις δύο Μπρυμέρ, "καθάρισε" κι άλλες τους μερικές χιλιάδες γαλαζοαίματους και όμοιούς τους αλιτήριους, στα μπουντρούμια. Αυτό ήταν όλο-όλο του που πρόφτασε.(2) Ύστερα ο (τζόκεϋ) Ναπολέων τον καβάλλησε, πότε σαν γάϊδαρο ξεσέλωτο και πότε σαν άτι του με λοφίο. Λίγο αργότερα (το 1848)(3) ξαναξεσηκώθηκε στο ποδάρι. Νυν, υπέρ πάντων ο αγών... Το ψωμοτύρι ενάντια στον αστακό, "το κασκέτο ενάντια στον πίλο".(4) Με δεκάδες χιλιάδες πτώματα την ξαναπλήρωσε την επανάσταση ο λαουντζίκος. Την εκατό τοις εκατό κοινωνική, ύστερα από τα πενήντα τοις εκατό του '21. Και επακολούθησαν - γραμμή - το καβαλίκεμα, από τον Ναπολέοντα το Γ' και απ' αυτόν, έως το Θιέρσο κι απέ στον Πουανκαρέ, κι ύστερα στον Ντε Γκωλ και δόστου νάχει... Έως που κάποιος "συμβιβασμός" ήρθ' επιτέλους - και η Δημοκρατία είναι τυχερή... "Μπορεί να πυροβολεί το λαό!"(5) ... ».
________________________
(1) "Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και του Νότου της Ηπείρου, σήμαινε εξάπλωση της ελληνικής φεουδαρχίας πάνω σε νέα εδάφη και σε νέους πληθυσμούς. Οι κολλίγοι το κατάλαβαν αυτό καλύτερα με την είσοδο του ελληνικού στρατού της προσάρτησης. (σ.σ. : Κι ακόμη καλύτερα με τους σκοτωμούς των αγροτών στο Κιλελέρ, το 1910). Δεν ήταν απελευθερωτικός στρατός αυτός, μα στρατός κατοχής, στρατός τσιφλικάδων...". (Μ.Μ. Παπαϊωάννου, Εισαγωγή στο "Σελίδες από την Ιστορία του Αγροτικού..." του Γ. Κορδάτου.)
(2) Ίσως, θα αναρωτηθεί κανείς: Και αυτό (= το σφάξιμο των πλούσιων, το κάψιμο των Πύργων, το κρέμασμα και η ξούρα των παπάδων) λέγεται κοινωνιολογία κι επανόρθωση, λέγεται αταξική Δημοκρατία; Όχι βέβαια. Αλλά είναι όπως στον γάμο τα τραγιά, όπως στο πανηγύρι τα νταβούλια. Είναι το δίκαιο ξέσπασμα αιώνων καταπίεσης λαών πολυβασανισμένων και σφαγμένων. Η κοινωνιολογία, η τάξη και το σύστημα, έρχονται μετά τον κορεσμό του δικιωμού τους.
(3) Και ακόμα λίγο αργότερα - το 1848, και ακόμα λιγάκι το 1871 - η Κομμούνα.
(4) "Η μπλούζα εναντίον της ρεντικότας, το κασκέτο εναντίον του πίλου" (Αντρέ Μωρουά, "Ιστορία της Γαλλίας" ).
(5) (Αντρέ Μωρουά, "Ιστορία της Γαλλίας" ) Με την πικρή αυτή φράση επιγραμμάτισε ο Λουδοβίκος Φίλιππος, τις εκατόμβες των νεκρών της (από την αστική Δημοκρατία) ητττηθείσας εργατιάς, εν συγκρίσει με τα λίγα πτώματα που της κόστισε η ανατροπή του από το θρόνο.
- την επιστράτευση του άλλοθι κάποιου πλασματικού, κατ' ουσίαν, "εθνικού" στόχου, σε περιόδους κοινωνικού αναβρασμού, ώστε η ανάγκη του λαού για αντίδραση, εξέγερση και σύγκρουση απέναντι στα δεσμά της κυριαρχίας να μετασχηματιστεί απλά στη μετάβαση από ένα μοντέλο εκμετάλλευσης σε ένα άλλο.
- τη βίαιη καταστολή, το αιματοκύλισμα των λαϊκών κινημάτων στην περίπτωση που ο κόσμος δεν ψαρώσει με τον παραπάνω μετασχηματισμό.
«...Ώστε, χωρίς τον εξολοθρεμό των κοτζαμπάσηδων και τον "αποσχηματισμό" των Δεσποτάδων, χωρίς την απαλλοτρίωση της γης και το καλογεροκυνηγητό όξω απ' τα όρια, χωρίς ολοκληρωμένη τη Ζαράκοβα και τον καταστρεμό των τσιφλικάδων, η εθνική ανεξαρτησία ήταν ο Μανωλιός της παροιμίας με τα ρούχα του; ήταν το "τί Γιάννης, τι Γιαννάκης"; Έτσι είναι.(1)
Και ώστε, μια, μ ό ν ο ν Εθνική επανάσταση, χωρίς την Κοινωνική καταξίωσή της, είναι μια "φαινομενοφάνεια" που μόνον αναγκαζόμενο το "κατεστημένο" την επιτρέπει; Έτσι είναι. Ξεφυλλίσατε την Ιστορία μέχρι τα σήμερα και πέστε μου κάνα που να μην είναι - αυτό - έτσι. Εκατοντάδες εθνικές επαναστάσεις, πέτυχαν ή απότυχαν, αλλά καμιά εθνικοκοινωνική δεν επιχειρήθηκε. Οι μόνο κοινωνικές, όπου των χρόνων και των καιρών, όπου της γης και του πελάου, καταπνίγηκαν μέσα στο αίμα τους, ανελέητα... Μα, θα μου πείτε: η Γ α λ λ ι κ ή, δεν ήταν αυτή κοινωνική; Και θα σας πω: Μα, πνίχτηκε... Η 4η τάξη, ο λαός, (οι και, "αβράκωτοι" ειπωθέντες) χτυπήθηκε άγρια και "γουλίστηκε" από την αστική τάξη σαν χταπόδι. Μόλις πρόλαβε κι έβαλε φωτιά σε καμιά εκατοστή Πύργους αφεντάδων του κι έσφαξε μερικές χιλιάδες ευγενήδες. Από Επισκόπους; πολύ λιγότερους. Στις δύο Μπρυμέρ, "καθάρισε" κι άλλες τους μερικές χιλιάδες γαλαζοαίματους και όμοιούς τους αλιτήριους, στα μπουντρούμια. Αυτό ήταν όλο-όλο του που πρόφτασε.(2) Ύστερα ο (τζόκεϋ) Ναπολέων τον καβάλλησε, πότε σαν γάϊδαρο ξεσέλωτο και πότε σαν άτι του με λοφίο. Λίγο αργότερα (το 1848)(3) ξαναξεσηκώθηκε στο ποδάρι. Νυν, υπέρ πάντων ο αγών... Το ψωμοτύρι ενάντια στον αστακό, "το κασκέτο ενάντια στον πίλο".(4) Με δεκάδες χιλιάδες πτώματα την ξαναπλήρωσε την επανάσταση ο λαουντζίκος. Την εκατό τοις εκατό κοινωνική, ύστερα από τα πενήντα τοις εκατό του '21. Και επακολούθησαν - γραμμή - το καβαλίκεμα, από τον Ναπολέοντα το Γ' και απ' αυτόν, έως το Θιέρσο κι απέ στον Πουανκαρέ, κι ύστερα στον Ντε Γκωλ και δόστου νάχει... Έως που κάποιος "συμβιβασμός" ήρθ' επιτέλους - και η Δημοκρατία είναι τυχερή... "Μπορεί να πυροβολεί το λαό!"(5) ... ».
________________________
(1) "Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και του Νότου της Ηπείρου, σήμαινε εξάπλωση της ελληνικής φεουδαρχίας πάνω σε νέα εδάφη και σε νέους πληθυσμούς. Οι κολλίγοι το κατάλαβαν αυτό καλύτερα με την είσοδο του ελληνικού στρατού της προσάρτησης. (σ.σ. : Κι ακόμη καλύτερα με τους σκοτωμούς των αγροτών στο Κιλελέρ, το 1910). Δεν ήταν απελευθερωτικός στρατός αυτός, μα στρατός κατοχής, στρατός τσιφλικάδων...". (Μ.Μ. Παπαϊωάννου, Εισαγωγή στο "Σελίδες από την Ιστορία του Αγροτικού..." του Γ. Κορδάτου.)
(2) Ίσως, θα αναρωτηθεί κανείς: Και αυτό (= το σφάξιμο των πλούσιων, το κάψιμο των Πύργων, το κρέμασμα και η ξούρα των παπάδων) λέγεται κοινωνιολογία κι επανόρθωση, λέγεται αταξική Δημοκρατία; Όχι βέβαια. Αλλά είναι όπως στον γάμο τα τραγιά, όπως στο πανηγύρι τα νταβούλια. Είναι το δίκαιο ξέσπασμα αιώνων καταπίεσης λαών πολυβασανισμένων και σφαγμένων. Η κοινωνιολογία, η τάξη και το σύστημα, έρχονται μετά τον κορεσμό του δικιωμού τους.
(3) Και ακόμα λίγο αργότερα - το 1848, και ακόμα λιγάκι το 1871 - η Κομμούνα.
(4) "Η μπλούζα εναντίον της ρεντικότας, το κασκέτο εναντίον του πίλου" (Αντρέ Μωρουά, "Ιστορία της Γαλλίας" ).
(5) (Αντρέ Μωρουά, "Ιστορία της Γαλλίας" ) Με την πικρή αυτή φράση επιγραμμάτισε ο Λουδοβίκος Φίλιππος, τις εκατόμβες των νεκρών της (από την αστική Δημοκρατία) ητττηθείσας εργατιάς, εν συγκρίσει με τα λίγα πτώματα που της κόστισε η ανατροπή του από το θρόνο.
20.12.08
Με παραμόρφωση
Μερόνυχτα περπάτημα για τα σκλαβοπάζαρα. Καραβάνι-μπροστα οι άμαξες, εκείνοι με τα μουλάρια και τις μπαντάνες στα κεφάλια. Πιο πίσω αλυσοδεμένοι περπατάνε, κοντα-κοντά ο ένας με τον άλλο, όσοι δε χώρεσαν στα καράβια με τους πρόσφυγες. Ευθυτενείς και ημιλιπόθυμοι, άλλοι σκοντάφτουν και πέφτουν, άλλοι τους φορτώνονται στον ώμο. Κάθε τόσο, δυο και τρεις φορές τη μέρα έρχονται οι ληστές, τους λογχίζουν από τα πλάγια και φεύγουν. Μερικούς σκοτώνουν. Μέχρι να τους λύσουν σέρνονται. Μετά τους αφήνουν και μαζί με τα όρνια ξαναγυρνάνε κι οι ληστές, αρπάζουν το ρολόι από το γιλέκο, ή ξεσκίζουν τις φόδρες για μερικές χρυσές λίρες που' ναι από μέσα ραμμένες.
Εκείνη την ώρα που η αντοχή έχει πιάσει να τους ζωγραφίζει ασύμμετρες, πετρωμένες μορφές στο χώμα, δε βλέπεις στα πρόσωπά τους τη χαρά για την ανακάλυψη ενός δικαιότερου κόσμου, αλλά τη βουβή σιγουριά ότι τα χρώματα έμειναν άφτιαγα μέσα στα καντάρια, ή μισοφτιαγμένα. Και τότε αρχίζει να μιλάει φωναχτά η ερημιά. Ξερνάει γύρω της αυτό το ωχρό πορτοκαλοκίτρινο, το χρώμα του ουρανου πρωί κι ενώ σαρώνει ακόμα η φωτιά, με τις στάχτες που αιωρούνται και δεν αφήνουν να αντέχεις την αναπνοή. Από τη γραμμή του ορίζοντα, μπουχός, καπνοί και σκόνες, καβαλάρηδες πάνω σε λυσσασμένα άλογα με τρίχωμα από καλώδια, αφροί ξεχειλίζουνε τα στόματα, με ενέσεις για δόρατα, άηχος βηματισμός από πέταλα βαμβακόραφτα, πανοπλίες βουτηγμένες σε ασφαλτόπλυμμα.
Ούτε κραυγές, ούτε ουρλιαχτά.
Μόνο μην τυχόν και κάνεις προς τα κει κανένα νόημα.
Εκείνη την ώρα που η αντοχή έχει πιάσει να τους ζωγραφίζει ασύμμετρες, πετρωμένες μορφές στο χώμα, δε βλέπεις στα πρόσωπά τους τη χαρά για την ανακάλυψη ενός δικαιότερου κόσμου, αλλά τη βουβή σιγουριά ότι τα χρώματα έμειναν άφτιαγα μέσα στα καντάρια, ή μισοφτιαγμένα. Και τότε αρχίζει να μιλάει φωναχτά η ερημιά. Ξερνάει γύρω της αυτό το ωχρό πορτοκαλοκίτρινο, το χρώμα του ουρανου πρωί κι ενώ σαρώνει ακόμα η φωτιά, με τις στάχτες που αιωρούνται και δεν αφήνουν να αντέχεις την αναπνοή. Από τη γραμμή του ορίζοντα, μπουχός, καπνοί και σκόνες, καβαλάρηδες πάνω σε λυσσασμένα άλογα με τρίχωμα από καλώδια, αφροί ξεχειλίζουνε τα στόματα, με ενέσεις για δόρατα, άηχος βηματισμός από πέταλα βαμβακόραφτα, πανοπλίες βουτηγμένες σε ασφαλτόπλυμμα.
Ούτε κραυγές, ούτε ουρλιαχτά.
Μόνο μην τυχόν και κάνεις προς τα κει κανένα νόημα.
19.12.08
Πώς να μην γράφετε ένα ποίημα
του Νάνου Βαλαωρίτη
Κατ' αρχήν να μην αρχίζετε από πάνω
προς τα κάτω
αλλά πάντοτε
από κάτω προς τα πάνω
από δεξιά προς τα αριστερά
από το τέλος στην αρχή
και μάλιστα βουστροφηδών
το αλφάβητο έχει μόλις
εφευρεθεί
το μεταχειρίζονται
οι έμποροι
και οι όσοι φτειάχνουν
αγγεία
αν σας έρχεται στο νου
μια φράση
ξεχάστε την
θυμηθείτε κάτι
που δεν μπορείτε
να θυμηθείτε
όπως τη γέννησή σας
αγαπήσετε την αγάπη
μόνο αλλά κανέναν
άλλον/άλλην
να μασουλάτε τη ρίμα
σα νάταν τσίχλα
να μετράτε τις συλλαβές
με το χάρακα
και τους στίχους
με τον διαβήτη
κι όταν απερνάτε κάτω
απ' το παράθυρό της
να κραυγάζετε
ακατάληπτες
βωμολοχίες
ώσπου να βγει
απ' το παράθυρο
το στρογγυλό
κεφάλι
της
σελήνης
χαμογελώντας
σε κατάσταση
ακράτητου
σεληνιασμού
αθήνα Οκτ 2004
17.12.08
Ημίφως
Περίμενε μια στιγμή
να πάω μια βόλτα μέχρι μέσα
Δεν είναι μακριά, εδώ δίπλα
Ίσαμε τριάντα-σαράντα δευτερόλεπτα με τα πόδια
να θυμηθώ λίγο τί είναι αυτό που βλέπω κάθε μέρα
για να σου πω και σένα μήπως και τα συνεννοηθούμε τελικά
ότι σ' αυτόν τον τόπο δεν αλλάζουν και πολλά
Και δεν είναι ότι άλλαξα ή ότι συμβιβάστηκα
ή ότι "πουλήθηκα", όπως μου' χε πει πριν οχτώ χρόνια η κυρα-Ντίνα
μια κομμουνίστρια
Περίμενε μια στιγμή, ίσαμε τριάντα-σαράντα δευτερόλεπτα
δε θα χρειαστεί παραπάνω
γιατί εδώ μέσα το πρωί και το βράδυ έχουν το ίδιο χρώμα
σ' αυτόν τον ψιλοτάβανο διάδρομο
κανένα τεσσάρι-τεσσεράμιση μέτρα ύψος
Πριν μερικούς μήνες μπορούσα να υπολογίζω πολύ πιο εύκολα
θεοσκότεινα είναι, πρωί και βράδυ
κι όταν ανάβει η λάμπα, λες και πέφτει η τάση
ημίφως
να μη μπορείς να διαβάσεις εφημερίδα
Επάνω στο ταβάνι έχει μια ρωγμή, ίσα που θα τη δεις αν κοιτάξεις
ξεκινάει από τη λάμπα
κανένα δυομισάρι-τρία μέτρα σε μήκος
πριν μερικούς μήνες μπορούσα να υπολογίζω πολύ πιο εύκολα
Βρέχει πολύ αυτές τις μέρες και γεμίζει ο διάδρομος νερά
θα γίνει κανένα βραχυκύκλωμα
Και καθώς το ρεύμα θα διαπερνάει το κορμί σου
τόσο ώστε να υποφέρεις,
αλλά να παραμείνεις ζωντανός και να κάνει η μάνα σου λαμπάδα
στον άγιο διονύσιο
μπορεί για λίγο να ξεχάσεις τη μύτη σου που τρέχει από την υγρασία
τις πατούσες σου, που όσο και να τις τρίβεις στη βρωμοκουβέρτα του 1954 δεν ξεκοκαλώνουν
αλλά γεμίζουν περισσότερα εξανθήματα από τους κοριούς
καθώς το ρεύμα θα διαπερνάει το κορμί σου
Και μετά θα αρχίσουν οι απειλές
να υπογράψεις ότι έφταιγες εσύ για την ηλεκτροπληξία
όπως ο άλλος το Σεπτέμβριο
που κουφάθηκε από το ένα αυτί, είκοσι χρονών παιδί
επειδή του είπαν ότι "τι νομίζεις, στον πόλεμο θα φοράς ωτοασπίδες;"
Και μετά τον φοβέριζε ο παλιάνθρωπος με τα γαλόνια και την καράφλα και τη διαπεραστική φωνή
κι αυτός υπόγραψε χωρίς να το πολυσκεφτεί
και πήγε να κάνει παρέλαση για την επέτειο του "όχι" των δωσίλογων
όχι ότι αν το σκεφτότανε δηλαδή θα άλλαζαν και πολλά
μεθαύριο θα' ναι θεόκουφος και θα λέει στο παιδί του ότι έχει χάσει το αυτί του για αυτή τη χώρα
Γι' αυτό να τα συνεννοηθούμε
σ' αυτόν τον τόπο δεν αλλάζουν και πολλά
Εμένα οι φίλοι μου τα' χουν κάνει άνω-κάτω αυτές τις μέρες
κι εγώ δεν ήμουνα μαζί τους
τους έβλεπα από την τηλεόραση, κλεισμένος σε ένα γραφείο
με κλειδωμένη από μέσα την πόρτα
τους έβλεπα από την τηλεόραση
άκου να δεις...
Το διάλεξα θα πεις, και θα' χεις δίκιο
γιατί αντί να είμαι μαζί τους
καθόμουνα, θηρίο στο κλουβί, μαζί με τους άλλους
που από το πρώτο βράδυ είπανε "καλά του κάνανε του τσογλανιού, ν' αγιάσει το χέρι τους"
κι ετοιμαστήκανε να κάνουν λαμπάδα
στον άγιο διονύσιο
Στην αρχή τους πουλάγανε ακριβά τα κανάλια τους φίλους μου
βροχή τα χιλιάρικα για τα διαφημιστικά
κι εγώ χαιρόμουνα για πρώτη φορά
γιατί μπορούσα τουλάχιστον να τους βλέπω
"Όλα στην εποχή μας διαφημίζονται, γιατί όχι κι αυτό..."
Όταν σταμάτησαν οι διαφημίσεις να πουλάνε
κι έφαγε κι ο τελευταίος πικραμένος απ' αυτή την ιστορία
ξεκλείδωσα την πόρτα κι είπα να θυμηθώ τί μου συμβαίνει στ' αλήθεια
Το πρωί θα βγει πάλι ο μαλάκας με το μουστάκι
ή με τα γαλάζια μάτια, ή με την καράφλα και τη διαπεραστική φωνή
προσχή ημιανάπαυση
τα όπλα χιαστί, τα όπλα παρά πόδα
Οι φίλοι μου θα συνεχίσουν να τα κάνουν άνω-κάτω
χωρίς διαλλείματα για διαφημιστικά
όπως γινόταν τόσα χρόνια
και να αγκαλιάζονται στα παλιά σπίτια, στα υπόγεια, και στα πεζοδρόμια
για να σταματάνε οι μύτες τους να τρέχουν
Δεν υπήρχε ποτέ καλύτερος τρόπος απ' αυτόν
Κι άστους να λένε για λαϊκή εξέγερση
σ' αυτόν τον τόπο δεν αλλάζουν και πολλά.
να πάω μια βόλτα μέχρι μέσα
Δεν είναι μακριά, εδώ δίπλα
Ίσαμε τριάντα-σαράντα δευτερόλεπτα με τα πόδια
να θυμηθώ λίγο τί είναι αυτό που βλέπω κάθε μέρα
για να σου πω και σένα μήπως και τα συνεννοηθούμε τελικά
ότι σ' αυτόν τον τόπο δεν αλλάζουν και πολλά
Και δεν είναι ότι άλλαξα ή ότι συμβιβάστηκα
ή ότι "πουλήθηκα", όπως μου' χε πει πριν οχτώ χρόνια η κυρα-Ντίνα
μια κομμουνίστρια
Περίμενε μια στιγμή, ίσαμε τριάντα-σαράντα δευτερόλεπτα
δε θα χρειαστεί παραπάνω
γιατί εδώ μέσα το πρωί και το βράδυ έχουν το ίδιο χρώμα
σ' αυτόν τον ψιλοτάβανο διάδρομο
κανένα τεσσάρι-τεσσεράμιση μέτρα ύψος
Πριν μερικούς μήνες μπορούσα να υπολογίζω πολύ πιο εύκολα
θεοσκότεινα είναι, πρωί και βράδυ
κι όταν ανάβει η λάμπα, λες και πέφτει η τάση
ημίφως
να μη μπορείς να διαβάσεις εφημερίδα
Επάνω στο ταβάνι έχει μια ρωγμή, ίσα που θα τη δεις αν κοιτάξεις
ξεκινάει από τη λάμπα
κανένα δυομισάρι-τρία μέτρα σε μήκος
πριν μερικούς μήνες μπορούσα να υπολογίζω πολύ πιο εύκολα
Βρέχει πολύ αυτές τις μέρες και γεμίζει ο διάδρομος νερά
θα γίνει κανένα βραχυκύκλωμα
Και καθώς το ρεύμα θα διαπερνάει το κορμί σου
τόσο ώστε να υποφέρεις,
αλλά να παραμείνεις ζωντανός και να κάνει η μάνα σου λαμπάδα
στον άγιο διονύσιο
μπορεί για λίγο να ξεχάσεις τη μύτη σου που τρέχει από την υγρασία
τις πατούσες σου, που όσο και να τις τρίβεις στη βρωμοκουβέρτα του 1954 δεν ξεκοκαλώνουν
αλλά γεμίζουν περισσότερα εξανθήματα από τους κοριούς
καθώς το ρεύμα θα διαπερνάει το κορμί σου
Και μετά θα αρχίσουν οι απειλές
να υπογράψεις ότι έφταιγες εσύ για την ηλεκτροπληξία
όπως ο άλλος το Σεπτέμβριο
που κουφάθηκε από το ένα αυτί, είκοσι χρονών παιδί
επειδή του είπαν ότι "τι νομίζεις, στον πόλεμο θα φοράς ωτοασπίδες;"
Και μετά τον φοβέριζε ο παλιάνθρωπος με τα γαλόνια και την καράφλα και τη διαπεραστική φωνή
κι αυτός υπόγραψε χωρίς να το πολυσκεφτεί
και πήγε να κάνει παρέλαση για την επέτειο του "όχι" των δωσίλογων
όχι ότι αν το σκεφτότανε δηλαδή θα άλλαζαν και πολλά
μεθαύριο θα' ναι θεόκουφος και θα λέει στο παιδί του ότι έχει χάσει το αυτί του για αυτή τη χώρα
Γι' αυτό να τα συνεννοηθούμε
σ' αυτόν τον τόπο δεν αλλάζουν και πολλά
Εμένα οι φίλοι μου τα' χουν κάνει άνω-κάτω αυτές τις μέρες
κι εγώ δεν ήμουνα μαζί τους
τους έβλεπα από την τηλεόραση, κλεισμένος σε ένα γραφείο
με κλειδωμένη από μέσα την πόρτα
τους έβλεπα από την τηλεόραση
άκου να δεις...
Το διάλεξα θα πεις, και θα' χεις δίκιο
γιατί αντί να είμαι μαζί τους
καθόμουνα, θηρίο στο κλουβί, μαζί με τους άλλους
που από το πρώτο βράδυ είπανε "καλά του κάνανε του τσογλανιού, ν' αγιάσει το χέρι τους"
κι ετοιμαστήκανε να κάνουν λαμπάδα
στον άγιο διονύσιο
Στην αρχή τους πουλάγανε ακριβά τα κανάλια τους φίλους μου
βροχή τα χιλιάρικα για τα διαφημιστικά
κι εγώ χαιρόμουνα για πρώτη φορά
γιατί μπορούσα τουλάχιστον να τους βλέπω
"Όλα στην εποχή μας διαφημίζονται, γιατί όχι κι αυτό..."
Όταν σταμάτησαν οι διαφημίσεις να πουλάνε
κι έφαγε κι ο τελευταίος πικραμένος απ' αυτή την ιστορία
ξεκλείδωσα την πόρτα κι είπα να θυμηθώ τί μου συμβαίνει στ' αλήθεια
Το πρωί θα βγει πάλι ο μαλάκας με το μουστάκι
ή με τα γαλάζια μάτια, ή με την καράφλα και τη διαπεραστική φωνή
προσχή ημιανάπαυση
τα όπλα χιαστί, τα όπλα παρά πόδα
Οι φίλοι μου θα συνεχίσουν να τα κάνουν άνω-κάτω
χωρίς διαλλείματα για διαφημιστικά
όπως γινόταν τόσα χρόνια
και να αγκαλιάζονται στα παλιά σπίτια, στα υπόγεια, και στα πεζοδρόμια
για να σταματάνε οι μύτες τους να τρέχουν
Δεν υπήρχε ποτέ καλύτερος τρόπος απ' αυτόν
Κι άστους να λένε για λαϊκή εξέγερση
σ' αυτόν τον τόπο δεν αλλάζουν και πολλά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)